Make your own free website on Tripod.com

 || Νομίσματα της Τουρκοκρατίας ||  ::Αρχική σελίδα:: 
 

 

Ελληνικά νομίσματα κατά την Τουρκοκρατία.

 

nom1.gif (23582 bytes)

Νόμισμα από τον  Άγιο Αθανάσιο στο Δοξάτο.

 

 

nom2.gif (46468 bytes)

Νόμισμα 5 παράδων από τον Άγιο Γεώργιο στο Οφρύνειο της Τρωάδας.

Η περίοδος μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την ολοκλήρωση της Οθωμανικής κατάκτησης της κυρίως Ελλάδας νομισματικά δεν μπορούσε παρά να σημαίνει την διακοπή κυκλοφορίας του υπέρπυρου και την αντικατάστασή του από τις κοπές της νέας Οθωμανικής διοίκησης.

Η ιστορία της μετάβασης αυτής είναι αρκετά ενδιαφέρουσα όμως αυτό που προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η ύπαρξη ελληνικών "νομισμάτων" ακόμα και κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Βέβαια δεν πρόκειται για κοπές που έγιναν από την επίσημη διοίκηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ούτε και είχαν γενική κυκλοφορία μεταξύ των υπόδουλων χριστιανών. Είναι περιορισμένες τοπικές εκδόσεις των Ελληνικών κοινοτήτων καθώς επίσης και εκδόσεις από την εκκλησία, εκκλησιαστικά νομίσματα δηλαδή, που χρησιμοποιούνταν πάντα σε μικρή εμβέλεια από τους χριστιανούς. Για να καταλάβουμε τις εξελίξεις που δημιούργησαν τις απαραίτητες συνθήκες και προϋποθέσεις για να εκδοθούν αυτά τα τοπικά "νομίσματα" είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε τα οικονομικά της αυτοκρατορίας καθώς και τους νόμους και τους θεσμούς της.

Από το 1566 περίπου άρχισε η διαρκής μείωση του ασημιού που περιείχαν τα Τουρκικά ασημένια νομίσματα. Έτσι ενώ ένα ακτσέ είχε σταθερή περιεκτικότητα ασημιού από το 1491 μέχρι το 1566, στα 1619 η περιεκτικότητά του μειώθηκε αρκετά. Αυτό συνέβη γιατί το κράτος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες ρευστότητας της αγοράς. Οι συνεχείς υποτιμήσεις που ακολούθησαν τις δυσκολίες αυτές είχαν σαν συνέπεια οι επίσημες νομισματικές ισοτιμίες να ανατρέπονται γρήγορα στην αγορά και να κυκλοφορούν παράλληλα πολλά νοθευμένα και παραχαραγμένα νομίσματα. Στα 1641 από το Βεζίρη Μουσταφά Πασά έγινε σημαντική υποτίμηση στο γρόσι από τα 120 στα 80 ακτσέ. 

Για σημαντικό χρονικό διάστημα αποσύρθηκαν τα παλιά ακτσέ και μέχρι να κυκλοφορήσουν νέα από το νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης παρουσιάστηκε μεγάλη έλλειψη μικρής αξίας κερμάτων που προκάλεσε μεγάλη κρίση στην αγορά. Και έτσι έγινην μεγάλο κεσάτι εις τα πάντα εις όλον τον κόσμον και μεγάλην στεναχώριαν είχαν πάντες άνθρωποι και εζημιώθηκαν όλοι τους μικροί και μεγάλοι. Και επτώχινεν ο κόσμος πολλά και όλοι αναθεματούσαν τον βεζίρη. 

Την έλλειψη του νομίσματος των καθημερινών δοσοληψιών τη συνοδεύει η πείνα που δεν ήταν συνέχεια της σιτοδείας του 1640 αλλά πείνα από την έλλειψη αγαθών στο παζάρι λόγω της απουσίας του μικρού νομίσματος. Από την πείνα και μέσα στην απελπισία των πολιτών παρουσιάστηκαν και ακραία φαινόμενα, στη Λάρισα για παράδειγμα κάποιοι έπεσαν στο ποτάμι και άλλοι αλληλοσκοτώθηκαν. Αντιδράσεις σαν αυτές είναι οι κοινωνικές επιπτώσεις του νομισματικού κενού, αποδεικνύοντας παράλληλα και την διαχρονική ανά τους αιώνες σημασία της σταθερής νομισματικής πολιτικής, που έχει αντίκτυπο στην αλυσίδα της εργασίας, στον ανεπαρκή εφοδιασμό της αγοράς και επίσης στην ανεργία.

Το διαθέσιμο από το κράτος μεγάλης αξίας νόμισμα δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες των αμοιβών ούτε την απορρόφηση των προϊόντων. Στο διάστημα αυτό συναντάμε για πρώτη φορά τον φώλον σαν ονομασία κέρματος ελάχιστης αξίας. Είναι πιθανό πάντως να προϋπήρχε ενδοεκκλησιαστικό νόμισμα με την ίδια ονομασία κατά τα Βυζαντινά χρόνια που αργότερα ονομάστηκε φώλα και μάρκα. Πιθανόν η εισαγωγή του φώλου να έγινε στα τελευταία χρόνια πριν την πτώση του Βυζαντίου όταν πάλι παρουσιάστηκε έντονη έλλειψη μικρής αξίας νομισμάτων ή στα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κατάκτησης πιθανόν για να μη κυκλοφορεί αλλόθρησκο χρήμα στις εκκλησίες.

Έτσι σιγά σιγά έγινε θεσμός που διατηρήθηκε ακόμα και ως το 1940 σε μερικές εκκλησίες του νομού Δράμας. Ερευνώντας σε κείμενα εκκλησιαστικών επιτροπών και στους λογαριασμούς τους, φαίνεται πως ο θεσμός του φώλου ή φώλλας υπήρχε σαν εκκλησιαστική απόδειξη αγοράς κεριών με αφετηρία πολύ παλαιότερα του 1641 από τα τελευταία χρόνια του Βυζαντινού κράτους που τα μικρά νομίσματα επίσης σπάνιζαν. Η εξήγηση αυτής της πρακτικής είναι απλή. Σε περιόδους έλλειψης νομίσματος δημιουργήθηκαν δυσκολίες στα εκκλησιαστικά ταμεία από το γεγονός ότι οι χριστιανοί ήταν πολύ δεμένοι με την εκκλησία τους και βρίσκονταν σε δύσκολη θέση όταν δεν είχαν τα απαραίτητα ψιλά για να αγοράσουν κεριά τις Κυριακές και τις εορτές καθώς και να προσφέρουν τον οβολό τους στο παγκάρι και τους δίσκους της ενορίας. Έτσι φαίνεται πως καθιερώθηκε ευρύτερα η έκδοση μικρών εκκλησιαστικών αποδείξεων ή για μεγαλύτερη ασφάλεια και ευκολία μεταλλικών δίσκων που αντιπροσώπευαν την αξία ενός ή δύο κεριών. Με αυτό τον απλό τρόπο ο κάθε χριστιανός μπορούσε να ανταλλάξει ένα μεγαλύτερης αξίας νόμισμα με πολλές αποδείξεις κεριών αγοράζοντας προκαταβολικά τα κεριά που έκανε χρήση για ένα χρονικό διάστημα. Έτσι χωρίς στην ουσία η εκκλησία να το επιδιώκει αυτές οι αποδείξεις κεριών έγιναν ένα είδος εκκλησιαστικού νομίσματος που άρχισε να καλύπτει και εξωεκκλησιαστικές μικρές ανάγκες αφού είχε αντίκρισμα σε ένα πραγματικό αγαθό, το κερί, που με τη σειρά του είχε μια δεδομένη αξία.

Με την πάροδο των χρόνων ο 19ος αιώνας βρίσκει την Οθωμανική αυτοκρατορία κάτω από την πίεση των μεγάλων δυνάμεων για τη χορήγηση στοιχειωδών ελευθεριών στους υπόδουλους ακόμα χριστιανούς Έλληνες και τους άλλους λαούς. Η αρχή έγινε το 1839 με το νόμο Χαττί Σερίφ του Γκιούλχανε ή νόμος του Τανζιματιού για να αρχίσει να υλοποιείται με το νόμο Χαττί Χομαγιούν στα 1856. Αυτό το νομοθετικό πλαίσιο μαζί με συμπληρώματα εξίσωνε θεωρητικά τους Τούρκους με τους Χριστιανούς δίνοντας νέες δυνατότητες στις Ελληνικές κοινότητες του Οθωμανικού κράτους αφού πλέον αυτές ήταν θεσμοθετημένες αρχές με δικαιώματα που οι αρχές, θεωρητικά τουλάχιστον, όφειλαν να σέβονται. 

Ως εκείνη την εποχή η διοίκηση σέβονταν οικειοθελώς και με πολλές μεταπτώσεις από περίοδο σε περίοδο μόνο το Βελάτι του Μωάμεθ Β' στον Πατριάρχη Γεννάδιο το οποίο ανανεωνόταν από τους διαδόχους του πορθητή. Η θέση των δημογερόντων στηριζόταν περισσότερο στο γεγονός πως οι Τούρκοι δεν επιθυμούσαν να κανονίζουν εκείνοι τις εσωτερικές υποθέσεις των Ελλήνων καθώς θεωρούσαν τους αλλόθρησκους υποδεέστερα όντα. Ο συνδυασμός της έλλειψης νομισμάτων μικρής αξίας εξαιτίας αλλεπάλληλων εσωτερικών οικονομικών προβλημάτων των Οθωμανών καθώς και της νομοθετικής αλλαγής έδωσε τη δυνατότητα στις κοινότητες της Καβάλας, της Θάσου και άλλων περιοχών της αυτοκρατορίας που υπήρχαν οργανωμένες Ελληνικές κοινότητες, να εκδώσουν τοπικής χρήσης νομίσματα, φαινόμενο και πάλι εκ΄ πρώτης όψεως παράδοξο. Η έκδοση δηλαδή νομισμάτων από φορέα που δεν ήταν η κεντρική τράπεζα ή το υπουργείο των οικονομικών με τα νομισματοκοπεία του και αναλογιζόμενοι παράλληλα πόσο σκληρός ήταν ο Τουρκικός νόμος περί κιβδηλείας και παραχάραξης του 1858.

Ο άτυπος θεσμός της εκκλησιαστικής φώλας του 1880 είχε παράδοση αιώνων και ήταν γνωστός στους Τούρκους ως μια αρχαία εκκλησιαστική παράδοση των ραγιάδων. Αυτός είναι ο λόγος που οι δημογεροντίες μπόρεσαν χωρίς διώξεις να προχωρήσουν στις δικές τους "νομισματικές" εκδόσεις οι οποίες άλλωστε  είχαν πάντα την εκκλησιαστική σφραγίδα αποτυπωμένη. Θα πρέπει πάντως να αναφέρουμε πως τοπικά νομίσματα εκδόθηκαν και από τους Αρμένιους και τους Εβραίους στα λίγα μέρη που είχαν οργανωμένες κοινότητες με συμπαγή πληθυσμό.

/Κορυφή/     


Copyright © 2000  [by John Baibakis]. All rights reserved.